Αρχική ΑΠΟΨΕΙΣ Μπροστά σε νέες προκλήσεις

Μπροστά σε νέες προκλήσεις

16
0
Σ

Χαράλαμπος Κασίμης*

H κρίση της πανδημίας έφερε στο προσκήνιο και πάλι τη συζήτηση για τις επιπτώσεις της ανάπτυξης του εντατικού-βιομηχανικού μοντέλου γεωργίας στο κλίμα και το περιβάλλον αλλά και στην εκδήλωση νέων ασθενειών, όπως του Covid-19. Πρόσφατες συζητήσεις διερευνούν τα αίτια εκδήλωσης αυτού του τύπου των ασθενειών, δίνοντας έμφαση σε τρεις κύριες παραμέτρους: την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις στο φυσικό οικοσύστημα, την εντατική-βιομηχανική γεωργία και την εμπορία και κατανάλωση εξωτικών ειδών(1)

Η κλιματική αλλαγή και η καταστροφή των οικοσυστημάτων, ως αποτέλεσμα της αποδάσωσης και οικειοποίησης της φύσης, θεωρείται ότι ευθύνονται για τη μεγαλύτερη απομείωση των εκτάσεων των οικότοπων παγκοσμίως, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη βιοποικιλότητα. Επιτρέπει δε σε παθογόνους παράγοντες, που εντοπίζονται σε άγρια ζώα σε απομονωμένα οικοσυστήματα, να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους και τα οικόσιτά τους, δημιουργώντας έτσι συνθήκες ευνοϊκές στην πρόκληση επιδημιών και πανδημιών.

Παράλληλα, η αύξηση της θερμοκρασίας και η ξηρασία διευρύνουν σε νέες γεωγραφικές ζώνες το περιβάλλον και τον βιότοπο μερικών ειδών που είναι φορείς παθογόνων παραγόντων.

Η αυξανόμενη εμφάνιση ζωοανθρωπονόσων συνδέεται στενά επίσης με την κυριαρχία του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής στη γεωργία αλλά και ειδικότερα στην κτηνοτροφία, την εντατικοποίηση της ζωικής παραγωγής των αγροτοβιομηχανικών επιχειρήσεων κυρίως, όπου σταβλίζεται τεράστιος αριθμός ζώων.

Το βιομηχανικό αυτό μοντέλο γεωργίας φαίνεται ότι μέχρι σήμερα ανταποκρίθηκε μεν στην αυξανόμενη ζήτηση για αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα αυξάνοντας την παραγωγικότητά του, όμως με υψηλό κόστος για το περιβάλλον, το κλίμα, τη βιοποικιλότητα και, συχνά, για τη βιοασφάλεια.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα η ανάπτυξή του έχει επεκταθεί και σε άλλες ηπείρους πέραν της Ευρώπης και της Β. Αμερικής.

Η αποδάσωση και η αρπαγή των εδαφών των ιθαγενών πληθυσμών αυτών των ηπείρων συνδέονται με μια «βίαιη» επιβολή του μοντέλου εντατικής παραγωγής επάνω σε ένα, κατά τα άλλα, παρθένο οικοσύστημα.

Αυτό το μοντέλο παραγωγής δημιουργεί μια συνεχώς ανανεούμενη βάση ευπαθών πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα οι χώρες αυτές, για να αντεπεξέλθουν στον διεθνή ανταγωνισμό, δεν τηρούν αυστηρούς κανόνες και δεν επενδύουν στις αναγκαίες υποδομές βιοασφάλειας και ευζωίας.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Βραζιλίας και των κρατών γύρω από τον Αμαζόνιο που οδήγησαν σε αποψίλωση δάσους έκτασης 450.002 τ.χλμ. – έκταση αντίστοιχη της Σουηδίας. Η Βραζιλία σήμερα εκτρέφει 200 εκατ. βοοειδή, κατέχει το 1/4 της παγκόσμιας αγοράς και είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κρέατος.

Η εμπορία και η κατανάλωση εξωτικών-άγριων ειδών, τα οποία, χωρίς να έχει ελεγχθεί η διατροφική τους ασφάλεια, όλο και περισσότερο εντάσσονται στη διατροφική αλυσίδα, θεωρούνται η τρίτη αιτία εκδήλωσης των ζωοανθρωπονόσων.

Σήμερα η εμπορία για κατανάλωση αυτών των θηραμάτων όχι μόνο έχει αυξηθεί δραματικά, θέτοντας μερικά από αυτά τα είδη ζώων υπό εξαφάνιση, αλλά έχει επίσης διεθνοποιηθεί, κυρίως λόγω της ζήτησης σε χώρες όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ. Ανθυγιεινές και χωρίς κανονισμούς αγορές άγριων ειδών, όπως της Γουχάν στην Κίνα, δημιούργησαν το ιδανικό περιβάλλον για τη μετάδοση του ιού Covid-19 στον άνθρωπο. H κλιματική και περιβαλλοντική κρίση καθώς και η πρόσφατη υγειονομική ανέδειξαν νέες προτεραιότητες.

Φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε κρίσιμο σταυροδρόμι μεγάλων μετασχηματισμών σε ό,τι αφορά τόσο την παραγωγή όσο και τη διανομή και κατανάλωση των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιμετωπίζει αυτές τις σύγχρονες προκλήσεις με την πρόταση της «στρατηγικής από το αγρόκτημα στο πιάτο», στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας για κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050, που παρουσιάστηκε προ ημερών και σε αυτήν προσαρμόζει τη νέα φιλοπεριβαλλοντική ΚΑΠ.

Στοχεύει –όπως σημειώνει– σε ένα δίκαιο, υγιεινό και περιβαλλοντικά φιλικό σύστημα κατά μήκος όλης της αλυσίδας αξίας της γεωργικής παραγωγής.

Απέναντι σε αυτήν την πρόταση πολιτικής, ο αγροτικός κόσμος καλείται από τη μια πλευρά «να κάνει περισσότερα, με λιγότερα», λόγω της μείωσης των πόρων της ΚΑΠ, και από την άλλη να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό χωρών που λειτουργούν με χαλαρότερους κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος, ασφάλειας τροφίμων και ευζωίας.

Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση την οποία θα κληθούμε και εμείς να λύσουμε. Εχουμε μια μοναδική ευκαιρία να συζητήσουμε σοβαρά για τον στρατηγικό προσανατολισμό της ελληνικής γεωργίας τα επόμενα χρόνια.

Με δεδομένα τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας και την υψηλή γεωγραφική παραλλακτικότητα των καλλιεργειών, ο στρατηγικός μας προσανατολισμός θα πρέπει να στοχεύει αφενός στη βελτίωση, από άποψη αποδοτικότητας, του μοντέλου μαζικής παραγωγής, συνδεδεμένο με τις ενισχύσεις της ΚΑΠ, χαμηλές τιμές και ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό, και αφετέρου στη σταδιακή μετατόπιση προς το μοντέλο της διαφοροποιημένης παραγωγής προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας, γεωγραφικών ενδείξεων και οργανικής γεωργίας, ασφάλειας και πιστοποίησης που χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές. Προϊόντα στα οποία ακόμα και η υγειονομική κρίση έδειξε ότι εντοπίζεται το συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής γεωργίας.

Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, η ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών της χώρας αποκτά πλέον υψηλή προτεραιότητα.

Μια τέτοια επιλογή πολιτικής μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα βασικές αρχές της αγροτικής ανάπτυξης, όπως η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, η διατροφική επάρκεια, η προστασία του περιβάλλοντος, του κλίματος, του τοπίου και η κοινωνική συνοχή της υπαίθρου.

*Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

(1) https://www.enainstitute.org/publication/

www.efsyn.gr

Σ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here