Λέος Γιάνατσεκ, ο μεγαλύτερος Τσέχος μουσικός, ο πρόδρομος της εξπρεσιονιστικής επανάστασης στο...

Λέος Γιάνατσεκ, ο μεγαλύτερος Τσέχος μουσικός, ο πρόδρομος της εξπρεσιονιστικής επανάστασης στο χώρο της μουσικής

94
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σ

Σαν σήμερα, στις 12 Αυγούστου 1928, πριν ενενήντα χρόνια, πέθανε στην Οστράβα, κοντά στα πολωνικά σύνορα, ο Λέος Γιάνατσεκ, ένας από τους μεγαλύτερους Τσέχους μουσικούς, ο οποίος είχε γεννηθεί την 1η Ιουλίου 1854 στο Χούκβαλντι της Μοραβίας, που τότε ανήκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία.

Γιος καθηγητή, από πολύ μικρός έδειξε το ταλέντο του για τη μουσική. Τα πρώτα μουσικά μαθήματα τα παίρνει από έναν καλόγερο στο απομονωμένο και αυστηρό περιβάλλον του μοναστηριού του Μπρυν. Σ’ αυτά ακριβώς τα μαθήματα οφείλεται το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα του νεαρού, το οποίο χαρακτηρίζει όλη του τη ζωή.

Σε ηλικία 18 ετών πηγαίνει στην Πράγα για να εμβαθύνει τις γνώσεις του στο εκκλησιαστικό όργανο. Αφού ολοκληρώσει τη βασική μουσική του εκπαίδευση στην Πράγα, πηγαίνει αρχικά στη Λειψία και κατόπιν στο Ωδείο της Βιέννης. Εκεί του δίνεται η ευκαιρία να μελετήσει τα σημαντικότερα μουσικά έργα των συγχρόνων του συνθετών.

Παρά το ενδιαφέρον του για την ευρωπαϊκή μουσική ο Γιάνατσεκ γοητεύεται περισσότερο από τα λαϊκά τραγούδια της πατρίδας του. Σ’ αυτά ανακαλύπτει τις δικές του πνευματικές ρίζες και την αστείρευτη πηγή της έμπνευσης του.

Αν και τα πρώτα του έργα επηρεάζονται έντονα από το Ντβόρακ και τον Σμετάνα, ωστόσο στην τυπική διαμόρφωση τους χαρακτηρίζονται για την εξαιρετική τους αυθεντικότητα. Η διαρκής μελέτη των θεμάτων και των τραγουδιών του, που γίνεται κάτω από αυστηρά φιλοσοφικά κριτήρια, τον οδηγεί στη δημιουργία μιας εντελώς ιδιαίτερης μουσικής γλώσσας, η οποία προσανατολίζεται στη μελωδία της απλής καθομιλουμένης γλώσσας.

Οι συνθέσεις του νεαρού συνθέτη, στις οποίες είναι έκδηλα αυτά τα στοιχεία, είναι η καντάτα «Αμάρους» για σόλο, χορωδία και ορχήστρα, το «Πάτερ Ημών» για τενόρο, όργανο και άρπα και το τρίτο του δραματικό έργο η «Γενούφα», το οποίο θεωρείται ως το αριστούργημα του Γιάνατσεκ.

Παρουσιάζεται το 1904 στο Μπρυν και δεν σημειώνει επιτυχία, μετά, όμως, από δώδεκα χρόνια, τυχαίνει ενθουσιώδους υποδοχής και αποτελεί μέρος του ρεπερτορίου στις ευρωπαϊκές χώρες. Η όπερα αναβαίνει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ως προς την παρτιτούρα παρουσιάζεται αξιοπρόσεκτα φειδωλή. Ένα μεγάλο τμήμα της μουσικότητας αφήνεται στη χορωδία και στη φωνή του σολίστα. Αυτό είναι κάτι το τελείως καινούργιο για την ευρωπαϊκή μουσική.

Ο αγώνας της ανεξαρτησίας των Τσέχων βρίσκει στο πρόσωπο του Γιάνατσεκ έναν συνεπή υποστηρικτή.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολείται κυρίως με τη σύνθεση λυρικών έργων και μεγάλων θρησκευτικών ψαλμωδιών, από τις οποίες γνωστότερη είναι η «Γλαγολιτική Λειτουργία», που βασίζεται σε παλαιο-σλαβικά κείμενα. Αρκετές συνθέσεις αυτής της περιόδου προορίζονται για μουσική δωματίου. Εξαιτίας της προσπάθειας του να προχωρήσει σε νέες μουσικές μορφές στηριζόμενος στη μελωδικότητα των λέξεων και της γλώσσας, προκύπτουν αξεπέραστες δυσκολίες στη μετάφραση των έργων του. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετά από τα φωνητικά του έργα μένουν άγνωστα στο εξωτερικό.

Παρά την επιτυχία των έργων του στην Τσεχοσλοβακία, είναι γεγονός ότι δεν έχει εκτιμηθεί το εύρος του στο χώρο της διεθνούς μουσικής. Η συνεισφορά του Λέος Γιάνατσεκ στην υπέρβαση της ρομαντικής παράδοσης δεν έχει αξιολογηθεί όσο θα έπρεπε.

Είναι ο πρόδρομος της εξπρεσιονιστικής επανάστασης στο χώρο της μουσικής.

Πηγή: Περιοδικό «ΒΟΡΕΑΣ»

Σταύρος Γ. Παπαθανάκης

Σ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ