«Άξιον εστί», ένα μνημειώδες έργο του Οδυσσέα Ελύτη, που τιμήθηκε το 1979...

«Άξιον εστί», ένα μνημειώδες έργο του Οδυσσέα Ελύτη, που τιμήθηκε το 1979 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας

212
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σ

Στις 18 Μαρτίου 1996 το Αιγαίο αποχαιρετούσε τον κορυφαίο Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που λάτρεψε και ύμνησε τον ήλιο του, το φως και το χρώμα του όσο κανείς άλλος. Το 1979 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το «Άξιον εστί» είναι ένα μνημειώδες έργο του κι ένα ορόσημο για την ελληνική ποίηση και μουσική η συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη με τον Οδυσσέα Ελύτη.

Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

 

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφθασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.

Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ του Γιάννη Ρίτσου το καλοκαίρι του 1959.

Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.

Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκε κλεισμένες σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάυλον.

Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά  μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στης κλασικές περιόδους της Τέχνης.

Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι- έγραψε κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μας κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα να αφυπνίσω και να οξύνω.

Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.

Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που θα έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ, το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ, η ΠΟΛΙΤΕΙΑ και αργότερα ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ήσαν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές  φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι ΛΙΠΟΤΑΚΤΕΣ και αργότερα τα ΕΠΙΦΑΝΙΑ ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη.

Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιψούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.

Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.

Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.

Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με την συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.

Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με ρωμέικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την  ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και της ελπίδες της ρωμιοσύνης.

Μίκης Θεοδωράκης

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΥΜΝΟΣ

 

Ένα κομμάτι δυνατού μπλε κάτω από δυο παιδικά βλέμματα. Δυο βλέμματα που χώρεσαν τόσο πολύ Θεό στην έκφρασή τους, που διέσχισαν αλλότροπα τον καθένα την ζωή, που ακούμπησαν σε λογιών λογιών θαύματα, συμφορές, έρωτες, ανάγκες. Δυο βλέμματα που αγγίχτηκαν μέσα απ’ αυτό το τετραγωνάκι ελληνικής θάλασσας, λες για πάντα.

Μιλώ για τον Ελύτη και τον Θεοδωράκη, που ταξίδεψαν από άλλους δρόμους για τον ίδιο προορισμό. Να κάνουν αυτό το μπλε, ήχο, φθόγγο, λέξη ή μουσική, το ίδιο κάνει. Που κοιτάχτηκαν μέσα απ’ το ίδιο κυμάτισμα του νερού, μέσα απ’ την ίδια πέτρα του τόπου τους, που μίλησαν ελληνικά ως «εις τον έπειτα χρόνον». Αυτόν που δεν έχει μέτρημα και που έρχεται μια στιγμή να τον δικαιώσει, μια στιγμή ισόβια σαν αυτή του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Εκεί που ο Έλληνας, ο Ποιητής και ο Ερωτευμένος συναντώνται με το βάρος της δωρεάς του πιο τρομερού αγαθού που δόθηκε ποτέ στον άνθρωπο, της αγάπης. Της αγάπης για την ιδανική μα υπαρκτή Ελλάδα, για την ιδανική μα υπαρκτή γυναίκα, την ίδια αγάπη.

«Ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν» και μέλλον διατρέχει τον χρόνο, διαγράφει τις πραγματικές διαστάσεις του χώρου, όχι αυτές που επιμένουμε να βλέπομε στους γεωγραφικούς χάρτες, μα αυτές που η γλώσσα προσκτάται στο μάκρος της εσωτερικής της πορείας, στο βάθος της κρυφής σκέψης της, στην αίσθηση που προκαλεί η διαδοχή των λέξεων, που γίνονται σημεία του αόρατου, φθογγόσημα μιας εικόνας-μουσικής, μιας ύλης-φαντασίας.

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το σταθερό βήμα σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, είναι το λεπτομερές ιδεόγραμμα της χώρας, το καθαρό δακτυλικό της αποτύπωμα.

Η μεταγραφή σε γλώσσα της μυστικής αίσθησης του ιστορικού χρόνου και συνάμα το πιο λυρικό κεφάλαιο ηθικής, οντολογίες κι αισθητικής που γράφτηκε απ’ τον Έλληνα για τον άνθρωπο της κοινής μοίρας, της κοινής πατρίδας, της ζωής. Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι η δια της Ελλάδας μυθολογία του αγαθού και του ωραίου, του άξιου να επιβιοί πάντοτε. Μια ζώσα καταγραφή είναι και επιφάνεια των πολλών μικρών ελληνικών θεών σε μια θρησκεία μονοθεϊστική της ζωής. Η πολύτροπη δυναμική μιας στέρεης σοφίας που ξέρει το άγνωστο του οικείου, το μέγιστο του ελαχίστου, το αιέν του φθαρτού.

Αυτό, ωστόσο, που σήμερα φαντάζει αυτονόητο δεν ήταν πάντα. Και το πρώτο τίμημα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ για τον ποιητή που στάθηκε με συγκρατημένη υποδοχή έως και απορία. Χρειαζόταν κάποια επεξεργασμένη σκέψη, μ’ άλλα λόγια μια αυθεντική ιδιοσυγκρασία ικανή μέσα από αυτό το σοφά δομημένο αρχιτεκτόνημα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, να νιώσει τους παλμούς του αίματος της φυλής, την ακραία τόλμη της ποίησης του Ελύτη. Χρειάστηκε η ποιητική νοημοσύνη του Μίκη Θεοδωράκη να λειτουργήσει σαν ένα είδος πυξίδας που ξέρει να δείχνει με ακρίβεια πάντοτε τον βορρά, που ξέρει να δείχνει αυτό το μη προβλέψιμο διάνυσμα προς τα άνω, που είναι η ποίηση.

Και ο Θεοδωράκης άκουσε πρώτος το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ διαβάζοντάς το. Άκουσε αυτήν «την γραμμή του ορίζοντα που έλαμψε ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη», άκουσε «την πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο», άκουσε το «τερεβοκτόνο ρόδι», άκουσε τα «τωκύποδα φιλιά». Άκουσε ο Θεοδωράκης πόσο εύλογο είναι το ακατανόητο, ακολούθησε το χέρι του ποιητή και ερμήνευσε με τον δικό του τρόπο τον χρησμό. Και έδωσε στους Έλληνες να μιλήσουν αβίαστα λόγια του νέου ύμνου. Ανέγνωσε που θα πει αναγνώρισε ο Θεοδωράκης πόσο εύλογο είναι το ακατανόητο, ακολούθησε το χέρι του ποιητή και ερμήνευσε με τον δικό του τρόπο τον χρησμό. Και έδωσε στους Έλληνες να μιλήσουν αβίαστα λόγια του νέου ύμνου. Ανέγνωσε που θα πει αναγνώρισε ο Θεοδωράκης μέσα στο ποίημα τον παλμό της δικής του καρδιάς, και έσωσε στο φως της αστραπής του ποιητή τον δική του καθαρό ήχο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης με την ρώμη της ευαισθησίας του έκανε αληθινή μουσική αυτό το κομμάτι δυνατού μπλε που είδε στην ποίηση, το ίδιο μπλε που κοιτούσε απ’ το παράθυρο του επτά ετών παιδί στην θάλασσα της Βαριάς μεσημέρι.

Και γι’ αυτό Άξιος ΕΣΤΙ.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Αθήνα 1999

Σταύρος Παπαθανάκης

Σ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ